κουρελαρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρελαρία κουρελαρίες
γενική κουρελαρίας
αιτιατική κουρελαρία κουρελαρίες
κλητική κουρελαρία κουρελαρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρελαρία < κουρέλι + -αρία < μεσαιωνική ελληνική κουρέλλιν < υστερολατινική *corellium < λατινική corium (δέρμα) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)ker- (κόβω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρελαρία θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]