κουρκουμάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κουρκουμάς 1
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρκουμάς κουρκουμάδες
γενική κουρκουμά κουρκουμάδων
αιτιατική κουρκουμά κουρκουμάδες
κλητική κουρκουμά κουρκουμάδες
Κουρκουμάς 2

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρκουμάς < ισπανική cúrcuma < αραβική كركم (kourkoum)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρκουμάς αρσενικό

  1. (βοτανική) πολυετές ριζωματοειδές φυτό της οικογένειας των Zingiberaceae (Curcuma longa -Κουρκούμη η μακρά- ή Curcuma domestica -Κουρκούμη η οικιακή)
  2. (γαστρονομία) μπαχαρικό σε σκόνη που βγαίνει από την τριμμένη ρίζα του παραπάνω φυτού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]