κουρκούτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κουρκούτι τα κουρκούτια
      γενική του κουρκουτιού των κουρκουτιών
    αιτιατική το κουρκούτι τα κουρκούτια
     κλητική κουρκούτι κουρκούτια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρκούτι < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρκούτι ουδέτερο

  1. αλεύρι βρασμένο σε νερό
  2. γενικός όρος για νερό ανακατεμένο με αλεύρι και άλλα υλικά για επάλειψη τροφών πριν το μαγείρεμα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]