κουρμπάνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρμπάνι κουρμπάνια
γενική κουρμπανιού κουρμπανιών
αιτιατική κουρμπάνι κουρμπάνια
κλητική κουρμπάνι κουρμπάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρμπάνι < τουρκική kurban < αραβική قربان (ḳurbān, θυσία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρμπάνι ουδέτερο (λαϊκότροπο) (συνήθως πληθυντικός)

  1. έθιμο, που περιλαμβάνει σφάξιμο ζώου, μαγείρεμα και κοινό γεύμα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]