Μετάβαση στο περιεχόμενο

κρήνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κρήνῃ, Κρήνη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κρήνη οι κρήνες
      γενική της κρήνης των κρηνών
    αιτιατική την κρήνη τις κρήνες
     κλητική κρήνη κρήνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρήνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρήνη[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkɾi.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κρήνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρήνη θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κρήνη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. κρήνη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κρήνη αἱ κρῆναι
      γενική τῆς κρήνης τῶν κρηνῶν
      δοτική τῇ κρήν ταῖς κρήναις
    αιτιατική τὴν κρήνην τὰς κρήνᾱς
     κλητική ! κρήνη κρῆναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κρήν
γεν-δοτ τοῖν  κρήναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κρήνη < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɾɛ̌ː.nɛː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κρήνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κρήνη, -ης θηλυκό

  1. πηγάδι, κρήνη, βρύση, πηγή
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 9 (Ι. Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί.), στίχ. 14
    ἵστατο δάκρυ χέων ὥς τε κρήνη μελάνυδρος
    έστεκε δάκρυα χύνοντας, μαυρόνερη ωσάν βρύση
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
    λατινική: fōns
  2. (ποιητικό, στον πληθυντικό) νερό
    χρειάζεται παράθεμα
    λατινική: fontes

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]