κόμπρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμπρα κόμπρες
γενική κόμπρας
αιτιατική κόμπρα κόμπρες
κλητική κόμπρα κόμπρες
μία αιγυπτιακή κόμπρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόμπρα < πορτογαλική cobra de capello (φίδι με καπέλο) < λατινική colubra

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈcɔ.bɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόμπρα θηλυκό

  1. (ερπετολογία) είδος δηλητηριώδους φιδιού της Iνδίας και της Aφρικής. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι σηκώνει το μπροστινό μέρος του και το απλώνει σχηματίζοντας μια καλύπτρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]