λίκνον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λίκνον λίκνω λίκνα
Γενική λίκνου λίκνοιν λίκνων
Δοτική λίκν λίκνοιν λίκνοις
Αιτιατική λίκνον λίκνω λίκνα
Κλητική λίκνον λίκνω λίκνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίκνον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *neik- (λιχνίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίκνον ουδέτερο (& σπάνια λῖκνον & λεῖκνον)

  1. πλεκτό καλάθι
    Ἀθήνησι γὰρ ἐν τοῖς γάμοις ἔθος ἦν ἀμφιθαλῆ παῖδα ἀκάνθας μετὰ δρυΐνων καρπῶν στέφεσθαι, καὶ λίκνον ἄρτων πλήρη περιφέροντα λέγειν, ῎Εφυγον κακὸν, εὗρον ἄμεινον. (Πλούταρχος, Παροιμίαι αἷς Ἀλεξανδρεῖς ἐχρῶντο, 1, 16, 4)
  2. πλεκτό από λυγαριά κόσκινο για λίχνισμα
  3. πλεκτή κούνια
  4. λίκνο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]