λίπανση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λίπανση | οι | λιπάνσεις |
| γενική | της | λίπανσης* | των | λιπάνσεων |
| αιτιατική | τη | λίπανση | τις | λιπάνσεις |
| κλητική | λίπανση | λιπάνσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, λιπάνσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λίπανση < ελληνιστική κοινή λίπανσις < αρχαία ελληνική λιπαίνω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λίπανση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λιπαίνω
- ※ Με την επέκταση των βελτιωμένων μεθόδων άρδευσης, η υδρολίπανση (συνδυασμένη άρδευση/λίπανση) έχει βρει μεγάλη εφαρμογή στην Κύπρο σε επίπεδο γεωργού. (Συνδυασμένη άρδευση και λίπανση, Συνταγές Υδρολίπανσης - Ανάγκες σε Νερό και Υπολογισμός Λιπασμάτων για Διάφορες Καλλιέργειες στην Κύπρο, Iνστιτούτο Γεωργικών Ερευνών - Κλάδος Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, moa.gov.cy, 2025 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λίπανση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)