λαμπιόνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαμπιόνι λαμπιόνια
γενική λαμπιονιού λαμπιονιών
αιτιατική λαμπιόνι λαμπιόνια
κλητική λαμπιόνι λαμπιόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαμπιόνι < ιταλική lampione

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lam.ˈbʝɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαμπιόνι ουδέτερο

  1. ηλεκτρικός λαμπτήρας, συνήθως μικρού μεγέθους
    τα λαμπιόνια του χριστουγεννιάτικου δέντρου αναβόσβηναν μέσα στο σκοτάδι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]