λεπίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπίς < αρχαία ελληνική λεπίς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπίς θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική λεπίς λεπίδε λεπίδες
Γενική λεπίδος λεπίδοιν λεπίδων
Δοτική λεπίδι λεπίδοιν λεπίσι(ν)
Αιτιατική λεπίδα λεπίδε λεπίδας
Κλητική λεπίς λεπίδε λεπίδες


Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπίς < λέπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπίς θηλυκό

  1. τα λέπια του ψαριού
  2. ρίνισμα (χαλκού)
  3. μεταλλικό έλασμα
  4. η λεπίδα (του πριονιού)
  5. η νιφάδα (του χιονιού)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883