λεπίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεπίδι λεπίδια
γενική λεπιδιού λεπιδιών
αιτιατική λεπίδι λεπίδια
κλητική λεπίδι λεπίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεπίδι < ελληνιστική κοινή λεπίδιον, υποκοριστικό του λεπίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεπίδι ουδέτερο

  1. η λεπίδα, το κοφτερό μεταλλικό έλασμα μαχαιριού ή σπαθιού
  2. το μαχαίρι
  3. (μεταφορικά) η απόρριψη πολλών μαθητών σε εξετάσεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]