λούμπεν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λούμπεν < (άμεσο δάνειο) γερμανική Lumpen (: κουρέλι)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlu.ben/

Επίθετο[επεξεργασία]

λούμπεν άκλιτο

  1. (παρωχημένο) που έχει χάσει τα προνόμια της τάξης στην οποία ανήκει
  2. λούμπεν προλεταριάτο: μαρξιστικός όρος που περιγράφει το τμήμα του προλεταριάτου που λόγω της πλήρους εξαθλίωσής του βρίσκεται στο κοινωνικό περιθώριο και δεν έχει αναπτύξει ταξική συνείδηση
  3. που χαρακτηρίζει τα άτομα που ανήκουν στο λούμπεν προλεταριάτο, περιθωριοποιημένος, εξαθλιωμένος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]