λούμπεν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λούμπεν < γερμανική Lumpen (: κουρέλι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈlu.ben/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λούμπεν άκλιτο

  1. (παρωχημένο) που έχει χάσει τα προνόμια της τάξης στην οποία ανήκει
  2. λούμπεν προλεταριάτο: μαρξιστικός όρος που περιγράφει το τμήμα του προλεταριάτου που λόγω της πλήρους εξαθλίωσής του βρίσκεται στο κοινωνικό περιθώριο και δεν έχει αναπτύξει ταξική συνείδηση
  3. που χαρακτηρίζει τα άτομα που ανήκουν στο λούμπεν προλεταριάτο, περιθωριοποιημένος, εξαθλιωμένος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]