περιθωριοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περιθωριοποιημένος περιθωριοποιημένη περιθωριοποιημένο
γενική περιθωριοποιημένου περιθωριοποιημένης περιθωριοποιημένου
αιτιατική περιθωριοποιημένο περιθωριοποιημένη περιθωριοποιημένο
κλητική περιθωριοποιημένε περιθωριοποιημένη περιθωριοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιθωριοποιημένοι περιθωριοποιημένες περιθωριοποιημένα
γενική περιθωριοποιημένων περιθωριοποιημένων περιθωριοποιημένων
αιτιατική περιθωριοποιημένους περιθωριοποιημένες περιθωριοποιημένα
κλητική περιθωριοποιημένοι περιθωριοποιημένες περιθωριοποιημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιθωριοποιημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιθωριοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

περιθωριοποιημένος -η -ο

  • που ζει στο περιθώριο, συνήθως επειδή εκεί έχει εξωθηθεί από ισχυρότερες δυνάμεις (κοινωνικές, εργασιακές κ.λπ.), απομονωμένος, μακριά από τα κέντρα των αποφάσεων



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]