μάτσο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ματσό

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάτσο μάτσα
γενική μάτσου μάτσων
αιτιατική μάτσο μάτσα
κλητική μάτσο μάτσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάτσο < ενετικό mazzo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάτσο ουδέτερο

  1. δέσμη από όμοια, που την πιάνεις με το ένα χέρι
    ένα μάτσο μαϊντανό
  2. σωρός ομοίων
    θα ήθελα να είχα ένα μάτσο πεντακοσάρικα
    Ένα μάτσο γυναίκες υπάρχουνε κι εσύ κάθεσαι και σκας για την Ελένη

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (είμαι) ένα μάτσο χάλια : για κάποιο άσχημο άτομο που όλα επάνω του είναι χάλια, αλλά και για ψυχικές καταστάσεις, όταν κάποιος είναι διαλυμένος ψυχικά ή κατάκοπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]