Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαφιόζος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαφιόζος οι μαφιόζοι
      γενική του μαφιόζου των μαφιόζων
    αιτιατική τον μαφιόζο τους μαφιόζους
     κλητική μαφιόζε μαφιόζοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ο ηθοποιός Alberto Sordi στο έργο του 1962 «Il mafioso» («Ο μαφιόζος»)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαφιόζος < (άμεσο δάνειο) ιταλική mafioso

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαφιόζος αρσενικό (θηλυκό μαφιόζα)

  1. μέλος της μαφίας
  2. (κατ’ επέκταση) κακοποιός

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]