μαχμουρλίδικος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαχμουρλίδικος < μαχμουρλής
Επίθετο
[επεξεργασία]μαχμουρλίδικος-ια-ικο
- που σχετίζεται με την ατονία εκείνου που έχει μόλις ξυπνήσει
μαχμουρλίδικος-ια-ικο