μεσούρανα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


ετυμολογία

μεσούρανα το (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :μέσος - ουραν (ουρανός) -α]

η μέση, το μέσο του ουράνιου θόλου: "φωτίστηκαν τα μεσούρανα από τις αστραπές" συνώνυμα: αιθέρες, επουράνια (μτφ.) η πολύ ψηλή θέση, η κορφή: "τα μεσούρανα της καριέρας του" συνώνυμα: απόγειο (άναρθρο ως επίρρημα) μεσούρανα, καταμεσίς τ` ουρανού, στη μέση τ` ουρανού: Μυρ. Παν. "... συντριβάνια που τα νερά τους πηδούσαν μεσούρανα".

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσούρανα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]