μικρογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μικρογραφία οι μικρογραφίες
      γενική της μικρογραφίας των μικρογραφιών
    αιτιατική τη μικρογραφία τις μικρογραφίες
     κλητική μικρογραφία μικρογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικρογραφία < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

η μικρογραφία (el) θηλυκό, ενικός
οι μικρογραφίες (el) πληθυντικός
(μόνο στον ενικό όταν αφορά την τεχνική και όχι συγκεκριμένο αντικείμενο)

  1. τεχνική παραγωγή ή αναπαραγωγή σε μικρό μέγεθος
  2. ζωγραφική παράσταση μικρών διαστάσεων, που είτε διακοσμεί σελίδες χειρογράφων είτε έργα ζωγραφικής

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]