μπουκέτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουκέτο τα μπουκέτα
      γενική του μπουκέτου των μπουκέτων
    αιτιατική το μπουκέτο τα μπουκέτα
     κλητική μπουκέτο μπουκέτα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουκέτο < γαλλική bouquet

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουκέτο ουδέτερο

  1. η ανθοδέσμη
  2. (αργκό) μπουνιά

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]