μυοχαλαρωτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μυοχαλαρωτικός < μυο- + χαλαρωτικός
Επίθετο
[επεξεργασία]μυοχαλαρωτικός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μυοχαλαρωτικός
|
|
μυοχαλαρωτικός
|
|