νάκη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική νάκη νάκα νάκαι
Γενική νάκης νάκαιν νακῶν
Δοτική νάκ νάκαιν νάκαις
Αιτιατική νάκην νάκα νάκας
Κλητική νάκη νάκα νάκαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νάκη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νάκη θηλυκό

  • πυκνό δέρμα γίδας ή προβάτου
    ἀλλ' ὅ γ' ἄρ' ἔξω ἰὼν ὁπλίζετο· χαῖρε δ' Ὀδυσσεύς,/ὅττι ῥά οἱ βιότου περικήδετο νόσφιν ἐόντος./πρῶτον μὲν ξίφος ὀξὺ περὶ στιβαροῖς βάλετ' ὤμοις,/ἀμφὶ δὲ χλαῖναν ἐέσσατ', ἀλεξάνεμον μάλα πυκνήν,/ἂν δὲ νάκην ἕλετ' αἰγὸς ἐϋτρεφέος μεγάλοιο, /εἵλετο δ' ὀξὺν ἄκοντα, κυνῶν ἀλκτῆρα καὶ ἀνδρῶν. (Όμηρος, Οδύσσεια, ξ, 526-531)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα νάκος, λατινικά vellus

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]