ναυπηγικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ναυπηγικός, -ή, -ό
- σχετικός με τους ναυπηγούς και τη ναυπήγηση πλοίων
- ※ Καθίσταται σαφές πως η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία επιστρέφει και επιχειρεί να διεκδικήσει σημαντικό ρόλο στη Μεσόγειο. (www.kathimerini.gr, 08.05.2023)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ναυπηγικός