Μετάβαση στο περιεχόμενο

νυκτοφύλαξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
νυκτοφῠλᾰκ-
ονομαστική νυκτοφύλαξ οἱ νυκτοφύλακες
      γενική τοῦ νυκτοφύλακος τῶν νυκτοφυλάκων
      δοτική τῷ νυκτοφύλακ τοῖς νυκτοφύλαξ(ν)
    αιτιατική τὸν νυκτοφύλακ τοὺς νυκτοφύλακᾰς
     κλητική ! νυκτοφύλαξ νυκτοφύλακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  νυκτοφύλακε
γεν-δοτ τοῖν  νυκτοφυλάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νυκτοφύλαξ < νυκτο- + -φύλαξ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νυκτοφύλαξ αρσενικό