νυκτόβιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νυκτόβιος < ελληνιστική κοινή < νύξ (γενική: νυκτ-ός) + βίος

Open book 01.svg Επίθετο[]

νυκτόβιος, -α, -ο

32πχ Μεταφράσεις[]