Μετάβαση στο περιεχόμενο

νύξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
νῠκτ-
ονομαστική νύξ αἱ νύκτες
      γενική τῆς νυκτός τῶν νυκτῶν
      δοτική τῇ νυκτῐ́ ταῖς νυξῐ́(ν)
    αιτιατική τὴν νύκτ τὰς νύκτᾰς
     κλητική ! νύξ νύκτες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  νύκτε
γεν-δοτ τοῖν  νυκτοῖν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'νύξ' όπως «νύξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νύξ < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *νύκτς, με απλοποίηση του τελικού συμπλέγματος [kt͡s > ks] (παραβάλετε λατινική nox < *nokts για το ίδιο φαίνομενο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *nókʷts (νύχτα). Συγγενή: σανσκριτική नक्ति (nákti).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /nýks/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: νύξ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νύξ, νυκτός θηλυκό

  1. η νύχτα ως περιοδος του 24ωρου
  2. (μεταφορικά) το σκοτάδι της νύχτας
  3. (μεταφορικά) η νύχτα, το φοβερό σκότος του θανάτου
  4. η δύση και ζόφος, αἱ δυσμαί, η εσπέρα
  5. Νύξ: θεά της νύχτας, θυγατέρα του Χάους

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]