νύξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική νύξ νύκτε νύκτες
Γενική νυκτός νυκτοῖν νυκτῶν
Δοτική νυκτί νυκτοῖν νυξί(ν)
Αιτιατική νύκτα νύκτε νύκτας
Κλητική νύξ νύκτε νύκτες
Zodiakallicht.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νύξ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *nókʷts (νύχτα· πβ. σανσκριτικά nakti, λατινικά nox, αγγλικά night)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νύξ

  1. η νύχτα ως περιοδος του 24ωρου
  2. το σκοτάδι
  3. (μεταφορικά) ο θάνατος
  4. η δύση και ζόφος, αἱ δυσμαί, η εσπέρα
  5. Νύξ : θεά της νύχτας, θυγατέρα του Χάους

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • νυκτός : η γενική χρησιμοποιείτο και επιρρηματικά: στη διάρκεια της νύκτας
  • μέσαι νύκτες και μέσων νυκτῶν: τα μεσάνυχτα, το μεσονύκτιο
  • ἀνά νύκτα : κατά τη νύκτα
  • διά νύκτα : καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας
  • πόρρω τῶν νυκτῶν : σε προχωρημένη ώρα της νύχτα, βαθιά νύχτα
  • τρίχα νυκτός : ("τρίχα" σήμαινε σε τρία ίσα κομμάτια) το τρίτο και τελευταίο κομμάτι της νύχτας, η τρίτη σκοπιά
  • νυκτὸς ἔτι : όσο ήταν ακόμα νύχτα
  • ἀκρόθι νυκτός : προς το χάραμα
  • νυκτὶ ἐοικώς : (σκοτεινός και φοβερός) σαν το σκοτάδι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]