ζόφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ζόφος | οι | ζόφοι |
| γενική | του | ζόφου | των | ζόφων |
| αιτιατική | τον | ζόφο | τους | ζόφους |
| κλητική | ζόφε | ζόφοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζόφος < μεσαιωνική ελληνική ζόφος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈzo.fos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ζό‐φος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζόφος αρσενικό
- το πυκνό σκοτάδι του Κάτω Κόσμου
- (μεταφορικά) ο τρόμος, κάτι που εμπνέει τρόμο
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζόφος < αρχαία ελληνική ζόφος
Επίθετο
[επεξεργασία]ζόφος, -ος, -ο
- ζόφος
- ※ Βλ. Χιλιόστιχος θεολογία 296: [Ἴσ]ον νόει μοι νοῦν παναίτιον μόνον, ὦ μαινόβακχε καὶ ζόφου πεπλησμένε, συναίτιον δὲ μηδαμῶς ὕλην δίδου, χωριστὸν εἶδος. φάσμα κομπορρημόνων μηδ’ ὠσὶν ἄκροις εὐλαβούμενος δέχου. ἀνείδεον τίς εὗρεν ὕλην γάρ, φράσον, ἀσώματον χροιὰν δὲ τίς μοι δειξάτω. εἴδη παρ’ εἰδῶν εἰ λέγοις μετεγγράφειν, τὸν δημιουργὸν εἰσάγεις παρεργάτην (Χρήστος Κουτσιόπουλος, ‘’Το φιλοσοφικό υπόβαθρο της χιλιοστίχου θεολογίας του Λέοντος Χοιροσφάκτη’’, Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 80 - κείμενο 9ου-10ου αιώνα
Πηγές
[επεξεργασία]- ζόφος - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ζόφος | οἱ | ζόφοι |
| γενική | τοῦ | ζόφου | τῶν | ζόφων |
| δοτική | τῷ | ζόφῳ | τοῖς | ζόφοις |
| αιτιατική | τὸν | ζόφον | τοὺς | ζόφους |
| κλητική ὦ! | ζόφε | ζόφοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ζόφω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ζόφοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζόφος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζόφος αρσενικό
- η σκοτεινιά του Άδη, το σκοτάδι του κάτω κόσμου
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 191
- Ἀΐδης δ’ ἔλαχε ζόφον ἠερόεντα, Ζεὺς δ’ ἔλαχ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι γαῖα δ’ ἔτι ξυνὴ πάντων καὶ μακρὸς Ὄλυμπος. Τώ ῥα καὶ οὔ τι Διὸς βέομαι φρεσίν, ἀλλὰ ἕκηλος καὶ κρατερός περ ἐὼν μενέτω τριτάτῃ ἐνὶ μοίρῃ.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 191
- το σκοτεινό μέρος του ορίζοντα (δηλ. η δύση)
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 190
- Κέκλυτέ μευ μύθων, κακά περ πάσχοντες ἑταῖροι ὦ φίλοι, οὐ γὰρ ἴδμεν ὅπῃ ζόφος οὐδ’ ὅπῃ ἠώς, οὐδ’ ὅπῃ ἠέλιος φαεσίμβροτος εἶσ’ ὑπὸ γαῖαν οὐδ’ ὅπῃ ἀννεῖται ἀλλὰ φραζώμεθα θᾶσσον, εἴ τις ἔτ’ ἔσται μῆτις ἐγὼ δ’ οὐκ οἴομαι εἶναι.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 190
Πηγές
[επεξεργασία]- ζόφος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ζόφος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)