Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζόφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ζόφος οι ζόφοι
      γενική του ζόφου των ζόφων
    αιτιατική τον ζόφο τους ζόφους
     κλητική ζόφε ζόφοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζόφος < μεσαιωνική ελληνική ζόφος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzo.fos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ζόφος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζόφος αρσενικό

  1. το πυκνό σκοτάδι του Κάτω Κόσμου
  2. (μεταφορικά) ο τρόμος, κάτι που εμπνέει τρόμο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζόφος < αρχαία ελληνική ζόφος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ζόφος, -ος, -ο

  • ζόφος
      Βλ. Χιλιόστιχος θεολογία 296: [Ἴσ]ον νόει μοι νοῦν παναίτιον μόνον, ὦ μαινόβακχε καὶ ζόφου πεπλησμένε, συναίτιον δὲ μηδαμῶς ὕλην δίδου, χωριστὸν εἶδος. φάσμα κομπορρημόνων μηδ’ ὠσὶν ἄκροις εὐλαβούμενος δέχου. ἀνείδεον τίς εὗρεν ὕλην γάρ, φράσον, ἀσώματον χροιὰν δὲ τίς μοι δειξάτω. εἴδη παρ’ εἰδῶν εἰ λέγοις μετεγγράφειν, τὸν δημιουργὸν εἰσάγεις παρεργάτην (Χρήστος Κουτσιόπουλος, ‘’Το φιλοσοφικό υπόβαθρο της χιλιοστίχου θεολογίας του Λέοντος Χοιροσφάκτη’’, Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 80 - κείμενο 9ου-10ου αιώνα



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ζόφος οἱ ζόφοι
      γενική τοῦ ζόφου τῶν ζόφων
      δοτική τῷ ζόφ τοῖς ζόφοις
    αιτιατική τὸν ζόφον τοὺς ζόφους
     κλητική ! ζόφε ζόφοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ζόφω
γεν-δοτ τοῖν  ζόφοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζόφος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζόφος αρσενικό

  1. η σκοτεινιά του Άδη, το σκοτάδι του κάτω κόσμου
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 15 (Ο. Παλίωξις παρὰ τῶν νεῶν.), στίχ. 191
    Ἀΐδης δ’ ἔλαχε ζόφον ἠερόεντα, Ζεὺς δ’ ἔλαχ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι γαῖα δ’ ἔτι ξυνὴ πάντων καὶ μακρὸς Ὄλυμπος. Τώ ῥα καὶ οὔ τι Διὸς βέομαι φρεσίν, ἀλλὰ ἕκηλος καὶ κρατερός περ ἐὼν μενέτω τριτάτῃ ἐνὶ μοίρῃ.
  2. το σκοτεινό μέρος του ορίζοντα (δηλ. η δύση)
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 10 (Κ. Δολώνεια.), στίχ. 190
    Κέκλυτέ μευ μύθων, κακά περ πάσχοντες ἑταῖροι ὦ φίλοι, οὐ γὰρ ἴδμεν ὅπῃ ζόφος οὐδ’ ὅπῃ ἠώς, οὐδ’ ὅπῃ ἠέλιος φαεσίμβροτος εἶσ’ ὑπὸ γαῖαν οὐδ’ ὅπῃ ἀννεῖται ἀλλὰ φραζώμεθα θᾶσσον, εἴ τις ἔτ’ ἔσται μῆτις ἐγὼ δ’ οὐκ οἴομαι εἶναι.