ονείρωξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ονείρωξη ονειρώξεις
γενική ονείρωξης
& ονειρώξεως
ονειρώξεων
αιτιατική ονείρωξη ονειρώξεις
κλητική ονείρωξη ονειρώξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ονείρωξη < αρχαία ελληνική ὀνείρωξις < αρχαία ελληνική ὄνειρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ονείρωξη θηλυκό

  • η εκσπερμάτιση κατά τον ύπνο (ή η αύξηση των κολπικών εκκρίσεων για τις γυναίκες) που συχνά συνοδεύει ερωτικά όνειρα
  • (μεταφορικά) επιδιώξεις και όνειρα που δεν είναι ρεαλιστικά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]