οξεάντοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξεάντοχος < οξύ + αντοχή

Επίθετο[επεξεργασία]

οξεάντοχος, -ος, -ο

  1. (χημεία): αυτός που αντέχει σε δράση οξέος.
  2. (φαρμακευτική): φαρμακευτική ουσία, η δράση της οποίας αντέχει σε όξινο περιβάλλον.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]