οστεόφυτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το οστεόφυτο τα οστεόφυτα
      γενική του οστεοφύτου
& οστεόφυτου
των οστεοφύτων
& οστεόφυτων
    αιτιατική το οστεόφυτο τα οστεόφυτα
     κλητική οστεόφυτο οστεόφυτα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οστεόφυτο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οστεόφυτο ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]