ουρμπανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ουρμπανισμός οι ουρμπανισμοί
      γενική του ουρμπανισμού των ουρμπανισμών
    αιτιατική τον ουρμπανισμό τους ουρμπανισμούς
     κλητική ουρμπανισμέ ουρμπανισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ουρμπανισμός < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ουρμπανισμός αρσενικό

  1. (χωροταξία, πολεοδομία) σχεδιασμός αναφορικά με την εδαφική επέκταση των πόλεων ή την οικοδομική διευθέτηση νέων περιοχών
  2. (κοινωνιολογία) η μαζική συρροή πληθυσμού της υπαίθρου προς τα αστικά κέντρα, προς τις πόλεις
     συνώνυμα: αστυφιλία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]