παλαντζάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαντζάρω < βενετική balanza + -άρω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παλαντζάρω και μπαλαντζάρω

  • δεν έχω ισορροπία και γέρνω πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη πλευρά
  • (μεταφορικά) δεν έχω σταθερή γνώμη, υποστηρίζω πότε το ένα και πότε το άλλο ανάλογα με τις περιστάσεις και σύμφωνα με το συμφέρον μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]