παπυρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παπυρικός παπυρική παπυρικό
γενική παπυρικού παπυρικής παπυρικού
αιτιατική παπυρικό παπυρική παπυρικό
κλητική παπυρικέ παπυρική παπυρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παπυρικοί παπυρικές παπυρικά
γενική παπυρικών παπυρικών παπυρικών
αιτιατική παπυρικούς παπυρικές παπυρικά
κλητική παπυρικοί παπυρικές παπυρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παπυρικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παπυρικός, -ή. -ό

  1. σχετικός με τον πάπυρο
    παπυρικά αποσπάσματα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]