παραλαμβάνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραλαμβάνω < αρχαία ελληνική παραλαμβάνω < παρά + λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sleh₂gʷ-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παραλαμβάνω

  1. παίρνω κάτι που μου ανήκει ή με αφορά από κάποιον ο οποίος μου το παραδίδει
    οι γονείς καλούνται αύριο να έλθουν στο σχολείο για να παραλάβουν τους ελέγχους των παιδιών τους
    1. παίρνω κάτι (επιστολή, δέμα) που μου έχουν αποστείλει ταχυδρομικά
    2. παίρνω εμπόρευμα που έχω παραγγείλει είτε από εμπορικό κατάστημα είτε σε δικό μου χώρο, εφόσον μου έχει αποσταλεί
    3. (για δημόσιο έργο ή παραγγελία) αποδέχομαι και υπογράφω τα επίσημα έγγραφα με τα οποία πιστοποιώ την καλή εκτέλεση και ολοκλήρωση ενός έργου ή την καλή κατάσταση των αντικειμένων που παραδίδονται
    4. αναλαμβάνω επίσημα τα καθήκοντά μου σε μια θέση από τον προηγούμενο που την κατείχε και μου την παραδίδω
  2. παίρνω κάποιον από ένα σημείο για να τον οδηγήσω σε άλλο, επειδή είμαι επιφορτισμένος με αυτό το καθήκον

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]