παραλήπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παραλήπτης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παραλήπτης αρσενικό

  1. αυτός στον οποίο αποστέλλεται κάτι (πχ επιστολή) και πρέπει να το παραλάβει


32πχ Μεταφράσεις[]