παραλήπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραλήπτης < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραλήπτης αρσενικό (θηλυκό παραλήπτρια)

  1. αυτός στον οποίο αποστέλλεται κάτι (πχ επιστολή) και πρέπει να το παραλάβει
  2. (τηλεπικοινωνίες, δίκτυο υπολογιστών) συσκευή που δέχεται και επεξεργάζεται σήμα, μήνυμα, πληροφορία, ροή δεδομένων (data stream), κλπ.
     συνώνυμα: (τηλεπικοινωνίες) δέκτης, (πληροφορική) αποδέκτης
     αντώνυμα: (τηλεπικοινωνίες) πομπός, (πληροφορική) πηγή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]