παραπόταμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραπόταμος παραπόταμοι
γενική παραποτάμου παραποτάμων
αιτιατική παραπόταμο παραποτάμους
κλητική παραπόταμε παραπόταμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραπόταμος < παρα- + ποταμός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Nebenfluss)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ˈpɔ.ta.mɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παραπόταμος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) ποτάμι ή άλλο υδάτινο ρεύμα που δεν χύνεται σε λίμνη ή θάλασσα, αλλά σε άλλο ποτάμι

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]