περίβολος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περίβολος περίβολοι
γενική περιβόλου
& περίβολου
περιβόλων
& περίβολων
αιτιατική περίβολο περιβόλους
& περίβολους
κλητική περίβολε περίβολοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίβολος < αρχαία ελληνική περίβολος < περιβάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίβολος αρσενικό

  1. τοίχος που περιβάλλει έναν υπαίθριο χώρο γύρω από ένα κτήριο
  2. ο υπαίθριος χώρος που περιβάλλει ένα κτήριο (κάποιες φορές και μνημείο, τοπόσημο κ.α.) και οριοθετείται από έναν τέτοιο τοίχο
    • ο αντίστοιχος χώρος - ακόμα και όταν δεν υπάρχει τοίχος - που έχει νοερά όρια (πχ σε αρκετά προκλασικά τεμένη)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περίβολος, -ος, -ον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίβολος αρσενικό

  1. κάτι που περιβάλλει
  2. περιοχή που περιβάλλεται από κάτι, πχ τοίχο