πιστοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιστοποίηση πιστοποιήσεις
γενική πιστοποίησης
& πιστοποιήσεως
πιστοποιήσεων
αιτιατική πιστοποίηση πιστοποιήσεις
κλητική πιστοποίηση πιστοποιήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιστοποίηση < ελληνιστική κοινή πιστοποίησις < πιστοποιέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιστοποίηση θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]