πνευματώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πνευματώδης < πνεύμα + κατ.-ώδης

Επίθετο[επεξεργασία]

πνευματώδης

  • άνθρωπος με έξυπνο χιούμορ, ευφυής

Μεταφράσεις[επεξεργασία]