πομπικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πομπικός πομπική πομπικό
γενική πομπικού πομπικής πομπικού
αιτιατική πομπικό πομπική πομπικό
κλητική πομπικέ πομπική πομπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πομπικοί πομπικές πομπικά
γενική πομπικών πομπικών πομπικών
αιτιατική πομπικούς πομπικές πομπικά
κλητική πομπικοί πομπικές πομπικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πομπικός < αρχαία ελληνική πομπικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πομπικός

  1. κατάλληλος για πομπή, ίσως ο πομπώδης αλλά πάντως ο εντυπωσιακός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πομπικός < πομπεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πομπικός

  1. κατάλληλος για πομπή (άλογο, ρούχο, κόσμημα, ασπίδα, τραγούδι κ.λπ.)
  2. ἢν δέ τις ἄρα βουληθῇ καὶ πομπικῷ καὶ μετεώρῳ καὶ λαμπρῷ ἵππῳ χρήσασθαι : αν κάποιος θέλει να αποκτήσει άλογο κατάλληλο για πομπές, ζωηρό και ψηλό