σίναπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: σινάπι

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική σίναπι σινάπει σινάπη/
(σινάπεα)
Γενική σινάπεως σιναπέοιν σινάπεων
Δοτική σινάπει σιναπέοιν σινάπεσι(ν)
Αιτιατική σίναπι σινάπει σινάπη/
(σινάπεα)
Κλητική σίναπι σινάπει σινάπη/
(σινάπεα)

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σίναπι < αρχαία ελληνική νᾶπυ • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: σινάπι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σίναπι ουδέτερο (σῐνᾱπῐ) (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]