σβάστικα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σβάστικα οι σβάστικες
      γενική της σβάστικας
    αιτιατική τη σβάστικα τις σβάστικες
     κλητική σβάστικα σβάστικες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα
ινδική σβάστικα
ναζιστική σβάστικα
1
2
3 (1, 2, 3) σλαβοπαγανικές σβάστικες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σβάστικα < γερμανική Swastika < σανσκριτική स्वस्तिक (svastika: σύμβολο καλής τύχης, ειρήνης και ευημερίας) < svasti (= ευτυχία) < su (= καλώς) + asti (= είναι).

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'sva.sti.ka/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σβάστικα θηλυκό

  • ο αγκυλωτός σταυρός: ισοσκελής σταυρός με τους τέσσερις βραχίονες λυγισμένους ή προεκταμένους σε ορθή γωνία και κατά την ίδια φορά περιστροφής. Συνήθως, η λέξη σβάστικα αναφέρεται στον δεξιόστροφο αγκυλωτό σταυρό (卐), ενώ ο αριστερόστροφος (卍) λέγεται σωβάστικα. Τον 20ό αιώνα η σβάστικα χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο της ναζιστικής Γερμανίας με αποτέλεσμα τόσο η λέξη όσο και το σύμβολο να φορτιστούν με τις αρνητικές σημασίες του φασισμού, του αντισημιτισμού κ.α.
    Η σβάστικα είναι από τα πιο παρεξηγημένα σύμβολα στην ιστορία.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]