σεξιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σεξιστής σεξιστές
γενική σεξιστή σεξιστών
αιτιατική σεξιστή σεξιστές
κλητική σεξιστή σεξιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεξιστής < αγγλική sexist

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεξιστής αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]