σιχασιάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιχασιάρης < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

σιχασιάρης, -α, -ικο

  1. (για άνθρωπο) που σιχαίνεται εύκολα
    δεν έτρωγε από άλλο πιάτο ούτε τη σαλάτα, τόσο σιχασιάρης ήταν


Μεταφράσεις[επεξεργασία]