σιωπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιωπή σιωπές
γενική σιωπής σιωπών
αιτιατική σιωπή σιωπές
κλητική σιωπή σιωπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιωπή < αρχαία ελληνική σιωπή


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.ɔ.ˈpi/ και /sçɔ.ˈpi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σιωπή θηλυκό

  1. η απουσία ήχου, ιδιαίτερα ομιλίας
  2. (ως επιφώνημα) διαταγή ή προτροπή ή παράκληση σε κάποιον/κάποιους να σταματήσουν να μιλούν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]