σκουλαμέντο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουλαμέντο σκουλαμέντα
γενική σκουλαμέντου σκουλαμέντων
αιτιατική σκουλαμέντο σκουλαμέντα
κλητική σκουλαμέντο σκουλαμέντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκουλαμέντο < ιταλική scolamento < scolare ( < δημώδης λατινική *excolāre < λατινική colare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος colo < *quelō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, (τρι)γυρίζω) +‎ -mento

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκουλαμέντο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]