συναπάντημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συναπάντημα συναπαντήματα
γενική συναπαντήματος συναπαντημάτων
αιτιατική συναπάντημα συναπαντήματα
κλητική συναπάντημα συναπαντήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συναπάντημα < από το ρήμα συναπαντώ της νεοελληνικής < συν + απαντώ (< αρχαία ελληνική ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συναπάντημα ουδέτερο -δεν είναι δόκιμο στη γενική και στον πληθυντικό

είχαμε ένα κακό συναπάντημα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Η Σάρα, η Μάρα και το κακό συναπάντημα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]