σχετίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχετίζω < σχετικός + -ίζω < ελληνιστική κοινή σχετικός < αρχαία ελληνική σχέσις < ἔχω < ινδοευρωπαϊκή *seǵʰ- (έχω, κατέχω) (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική être en relations ή mettre en relation)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sxε.ˈti.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σχετίζω (παθητική φωνή: σχετίζομαι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]