σωματιδιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σωματιδιακός σωματιδιακή σωματιδιακό
γενική σωματιδιακού σωματιδιακής σωματιδιακού
αιτιατική σωματιδιακό σωματιδιακή σωματιδιακό
κλητική σωματιδιακέ σωματιδιακή σωματιδιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σωματιδιακοί σωματιδιακές σωματιδιακά
γενική σωματιδιακών σωματιδιακών σωματιδιακών
αιτιατική σωματιδιακούς σωματιδιακές σωματιδιακά
κλητική σωματιδιακοί σωματιδιακές σωματιδιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

σωματιδιακός, , < σωματίδιο + -ακός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σωματιδιακός, , αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. που αφορά σωματίδιο, -α
  2. που αφορά την σωματιδιακή φυσική
  3. δομοστοιχειωτός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]