δομοστοιχειωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δομοστοιχειωτός δομοστοιχειωτή δομοστοιχειωτό
γενική δομοστοιχειωτού δομοστοιχειωτής δομοστοιχειωτού
αιτιατική δομοστοιχειωτό δομοστοιχειωτή δομοστοιχειωτό
κλητική δομοστοιχειωτέ δομοστοιχειωτή δομοστοιχειωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δομοστοιχειωτοί δομοστοιχειωτές δομοστοιχειωτά
γενική δομοστοιχειωτών δομοστοιχειωτών δομοστοιχειωτών
αιτιατική δομοστοιχειωτούς δομοστοιχειωτές δομοστοιχειωτά
κλητική δομοστοιχειωτοί δομοστοιχειωτές δομοστοιχειωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

δομοστοιχειωτός, , < δομοστοιχείο/δομοστοιχειώνω (συνθέτω κάτι με-από δομοστοιχεία) + -ακός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δομοστοιχειωτός (en), , αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. σωματιδιακός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες (εάν αναμειχθούν οι δομομονάδες/τα δομοστοιχεία κατακερματίζοντας-διαιρώντας το εσωτερικό τους, είτε αχρηστεύονται είτε [πχ. στην φυσική] παράγουν νέα δομοστοιχεία)
  2. που αφορά σχέσεις-διάταξη δομοστοιχείων, -α
  3. που αποτελεί ή αφορά την δομοστοιχειακή αρχιτεκτονική

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]