τζίφρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζίφρα τζίφρες
γενική τζίφρας τζιφρών
αιτιατική τζίφρα τζίφρες
κλητική τζίφρα τζίφρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζίφρα < βενετική zifra < αραβική صِفْر (ʂifr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζίφρα θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) η υπογραφή με μονοκοντυλιά (ενίοτε δυσανάγνωστη)
    βάλε μια τζίφρα εδώ και πάρ' το το συμβόλαιο
  2. το μονόγραμμα, η μονογραφή
  3. δυσανάγνωστη γραφή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]